Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

................................................
Ξεκινόντας την Αμφικράτια και την Αρκούδα, τσαλαβουτόντας ακόμη στα βαθειά και σκοτεινά νερά του ΙΝΤΕΡΝΕΤ με υποτυπώδεις εγγραφές, είχα αρχίσει να γράφω γιά Πατρίδες, Μητρίδες, Τόπους μυστικούς του Νου, Τόπους που η ψυχή ξεκουράζεται, θυμάται, γαληνεύει...
Μα υπάρχουν κι άλλοι Τόποι.
Τόποι άφθαρτοι, αδιαπέραστοι, γεμάτοι γκρεμούς, αγκάθια και παγίδες, πόρτες κλειδωμένες, παράθυρα σφαλιχτά, κάγκελα παντού...
Τόποι που δεν είχα πάει ποτέ κι όμως τους έβλεπα συχνά πυκνά στα όνειρα μου.
Τόποι που δεν διάλεξα να διαβώ, μα συνάντησα στο διάβα μου...
Τόποι μαρτυρίου, φρίκης κι αίματος...
Πατρίδες της ψυχής που με έλκουν να διανύσω την απόσταση από τ' ΄Ονειρο ως την πραγματικότητα, γιά να μπω στα βρώμικα σοκκάκια τους, να χτυπηθώ με τους τρικέφαλους Κέρβερους που φυλούν τις Πύλες, να σπάσω τις σιδερόφραχτες πόρτες, ν' ανοίξω τα παράθυρα στο φως...
Τεράστια η δύναμη του μυαλού του ανθρώπου...
Τεράστια η δύναμη της ψυχής σαν θέλει να πολεμήσει τα Τέρατα των μυστικών Τόπων...
Την κάθε μέρα που περνάει μαθαίνω νέα πράγματα, γιά μένα πρώτ' απ' όλα την ίδια.
Και διαβάζω στις πράξεις κι αντιδράσεις μου, τα σημάδια από γεννιές και περασμένες καταγωγές, από Πατρίδες χαμένες πιά γιά το Γένος, από θάλασσες οργωμένες από τους δικούς μου πρωτινούς, από φωνές που πήρε το κύμα κι ο Άνεμος του Αιγαίου, από γαίες περπατημένες, από κονάκια θαυμαστά όπου:
"Χίλιοι καλοί χωρούσαν, μα ένας κακός δεν χωρούσε"...
Σαν τ' όνομα μου, παράξενη κι η ιστορία της γέννησης και του μεγαλώματος μου, των Αστεριών που σηματοδότησαν την άφιξη μου στον Κόσμο τούτο, δισυπόστατη η καταγωγή μου, δυό Κόσμοι που δεν συναντιόνταν πουθενά οι γονείς μου, δυό Κόσμοι αντίθετοι οι πρόγονοι μου, δισυπόστατη κι η ζωή μου, δισυπόστατος ο χαρακτήρας μου κι όλα αυτά στα άκρα!
Μικρή τα έχανα μέσα σ' όλες αυτές τις αντιθέσεις, μα μεγαλώνοντας έμαθα να τις συνθέτω, να τις ερμηνεύω, να τις κάνω αρματωσιά γιά τη σκληρή ζωή που πάντα διάλεγα ν' ακολουθήσω, γιατί ο εύκολος και στρωμένος δρόμος δεν μ' άρεσε ποτέ.
Κι όλα, ζητούσα πάντα να είναι ξεκάθαρα κι αληθινά. Η ιστορία άλλο, το παραμύθι άλλο.
Θυμάμαι τώρα μιά φορά που η γιαγιά μου, μου έκανε τη μεγάλη τιμή να μου πει μιά ιστορία γιά τους παππούδες της τους ναυτικούς.
Τιμή, γιατί αυτή η σκληρή γυναίκα, τρόμος γιά πολλούς στον τόπο της, δεν χάϊδευε, δεν έλεγε παραμύθια και δεν ασχολιόνταν και πολύ με τα παιδιά και τα εγκόνια της. Μα κάτι έβλεπε σ' εμένα και με διεκδικούσε σαν αίμα της.
Αφού λοιπόν μου διηγήθηκε πολέμους μέσ' τη θάλασσα, άρχισε να μου λέει και γιά γοργόνες...
Μιά σταλιά μωρό και τη σταμάτησα αμέσως.
"Όχι γιαγιά αυτό μην το λες σαν αληθινό, γιατί είναι ψέμματα... Αυτό δεν είναι ιστορία, είναι παραμύθι"...
Την τσάτισα κι έβαλε τις φωνές. Μα ύστερα καταλάγιασε και ξεχώριζε πιά τις ιστορίες από τα παραμύθια.
Η αλήθεια όμως είναι πως μοιάζανε, γιατί παραμυθένια φάνταζε κι η ζωή των πρωτινών μας, ανθρώπων σκληροτράχηλων της θάλασσας, ανδρών και γυναικών που δεν αποχωρίζονταν το στιλέτο και το σπαθί, μήτε στον ύπνο...
Τόπος πειρατών, κοντραμπατζήδων και παλληκαράδων το νησί της στη μπούκα της Σμύρνης...
Τόπος όπου βρίσκανε καταφύγιο και πόρτες ανοιχτές όσοι τα έβαζαν με τις αρχές, όσους κυνηγούσαν οι τζανταρμάδες, όσοι είχαν καταδικασθεί σε θάνατο και κατάφερναν να το σκάσουνε... Όλοι οι φυγάδες εκεί καταφεύγανε...
Γυναίκα πιά, θυμάμαι μιά επίσκεψη στον τόπο που έζησε, τον τόπο που την ξέβρασε το κύμα μετά την Μικρασιατική καταστροφή και μιά συνάντηση μου τυχαία, με ανθρώπους παλιούς της εποχής της...
Πάντα στις μικρές κοινωνίες μετά τα πρώτα βασικά, η ερώτηση που ακολουθεί είναι η εξής:
"Τίνος είσαι εσύ"???
Είπα, μα δεν ήξεραν. Ρώτησαν γιά πιό παλιούς. Ξανά η ίδια ιστορία. Μετά θυμήθηκα το παρατσούκλι της γιαγιάς μου.
"Είμαι εγγόνα της Μπαγιαντέρας", είπα.
Σαν νά 'πεσε κεραυνός. Σαν να τους φαινόμουν λίγη γιά τέτοιο αίμα. Σαν νά 'λεγα ψέμματα.
Κι ύστερα άρχισαν να με κοιτούν με δέος, με φόβο, γιατί "δεν μπορεί κάτι θα είχα πάρει", σαν νά 'βλεπαν μπροστά τους Δαίμονα, μεταμορφωμένο και χαμογελαστό!!!
............................................................
Γιά να ξανά 'ρθω στο τώρα, θα πω, πως νέες πύλες της γήϊνης Κόλασης άνοιξαν και μπήκα μέσα και ζητούν να με καταπιούν...
Νέοι Κέρβεροι φάνηκαν πάνω από τις κρύπτες, να λυσσομανούν να μ' αρπάξουνε...
Νέοι πόλεμοι ανοίγονται απ' αυτούς τους μυστικούς τους κρυφούς, τους Άγνωστους, όπως τους είπα...
Μα μιά και μ' αρέσουν οι ιστορίες, μιά κι άρχισα με ιστορίες, έτσι και θα τελειώσω. Γιατί, όπως έλεγε κι ένας φίλος Πόντιος, "είναι μεγάλο πράγμα η καταγωγή στον άνθρωπο"...
Ήτανε πολύ μικρούλα ακόμη η μιά ανηψούλα μου, ίσα πού 'χε ταιριάξει το βάδισμα κι είχε αρχίσει ν' αλωνίζει και να τρέχει. Έτρεχε λοιπόν χαλόντας τον κόσμο στην αυλή κι η μάνα της της φώναζε, μα δεν πιανόταν...
"Σταμάτα, θα πέσεις... Σταμάτα θα πέσεις και θα χτυπήσεις"!
Τίποτα αυτή. Μέχρι που ξεροκροτάλισαν με δύναμη τα γόνατα της πάνω στα μάρμαρα, που πόνεσα εγώ που την είδα.
Άλλο παιδί θά 'κλαιγε ώρες... Αυτή δεν έβγαλε άχνα. Κοκκίνησε, ύστερα χλώμιασε, δάκρυσε, μα σηκώθηκε αργά πονόντας και με αξιοπρέπεια έστρωσε τα ρούχα της και συνέχισε περπατόντας...
Δεν ήθελε με τίποτα να της πει η μάνα:
" Είδες? Στα έλεγα εγώ"! Δεν δεχόταν να την προσβάλλει.
Κάποτε γιά να τη συμμαζέψει αυτή, αποφάσισε να της πει ένα βράδυ μιά ιστορία με έναν κακό λύκο που τρώει τα παιδάκια και άλλα τέτοια πολλά και φοβιστικά γιά τα μικρά παιδιά, μπας και τρομάξει με κάτι και πάψει να κάνει του κεφαλιού της.
Σαν τέλειωσε τη φίλησε κι έκανε να βγει απ' το δωμάτιο... Κι έτσι την άκουσε να λέει:
"Καληνύτα μαμά... Φιλάκια!
Καληνύτα μπαμπά... Φιλάκια!
Καληνύτα κακό λύκο... Φιλάκια"!!!
Έτσι λοιπόν, θα τελειώσω κι εγώ...
"Καληνύχτα Κερβερούλη... Φιλάκια"!!!
